Κανάλι YouTube

Είσοδος

Ι

 

ίδ’σμα (το):  φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ιδιάζου (ρ.):  περνώ τα νήματα για ύφανση
ιδιάστρα (η):  σανίδα με πολλές τρύπες από τις οποίες οι υφάντρες περνούν τα νήματα της ύφανσης για να μην μπλέκονται
ιδ’σμα (το):  φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ινάτ' (το):  πείσμα
ίσκνα (η):  παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
ιτς κρίσ':  καμία απάντηση
ίσκνα (η):  παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
No votes yet

Νέα του Συλλόγου