ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡΤΑΣ

image

 
Στην ενότητα αυτή περιλαμβάνονται οι Άγιοι
που είτε κατάγονται από την Άρτα είτε μαρτύρησαν σ'  αυτήν.

Your rating: None Average: 4.3 (4 votes)

Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ, ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΡΤΑΣ

image

 
   Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ, ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΡΤΗΣ


Η καταγωγή της. Tα πρώτα χρόνια
 
Υπήρξε γόνος της μεγάλης και επιφανούς βυζαντινής οικογένειας των Πετραλύφα. Πατέρας της ήταν ο Ιωάννης Πετραλύφας, που κατείχε τον τίτλο του Σεβαστοκράτορα και ήταν διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Στα χρόνια αυτά περί το 1210– γεννήθηκε και η Θεοδώρα. Από τα παιδικά της χρόνια ανατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» από τους ενάρετους και ευλαβείς περί τα θεία γονείς της, οι οποίοι με την ορθόδοξη πίστη τους, το ταπεινό τους φρόνημα και τη μεγάλη τους φιλανθρωπία αποτέλεσαν για τη Θεοδώρα δυνατό παράδειγμα προς μίμηση.
Ο πατέρας της πέθανε γρήγορα αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμη ηλικία. Την προστασία της ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος, που στο μεταξύ είχε καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του
Ο Θεόδωρος πολεμώντας τους Βουλγάρους νικήθηκε και τυφλώθηκε από το βασιλιά τους Ασάν. Ο Ασάν κάλεσε από το Μωριά το νεαρό Μιχαήλ (ανεψιό του Θεόδωρου) ως νόμιμο διάδοχο, για να αναλάβει τη διοίκηση του κράτους που του άφησε ο πατέρας του Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός.
Ο Γάμος της
 
Ο Μιχαήλ πηγαίνοντας για την Άρτα περνά από τα Σέρβια της Κοζάνης, που ήταν τότε ισχυρό φρούριο και σημαντική στρατηγική θέση. Εκεί βλέπει τη νεαρή ήδη Θεοδώρα και εντυπωσιάζεται από την ωραιότητα και την ευγένεια της ψυχής και του σώματός της και θέλει να την παντρευτεί. Έτσι η Θεοδώρα και ο νεαρός Δούκας τελούν το γάμο τους με κάθε μεγαλοπρέπεια στα Σέρβια περί το 1230. Μετά από λίγο καιρό με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία έρχονται στην Άρτα, την οποία ο Μιχαήλ κάνει πρωτεύουσα του κράτους του και την οχυρώνει.
 
Στην Άρτα
 
Νέα ζωή και νέα πορεία αρχίζει για το νεαρό ζευγάρι στην Άρτα. Ο Μιχαήλ ισχυρή προσωπικότητα, πνεύμα ανήσυχο και φιλόδοξο, αρχίζει να φροντίζει για την εδραίωση και εξάπλωση του κράτους του. Η νεαρή Δούκαινα Θεοδώρα αναδεικνύεται πρώτη κυρία του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Στη μεγάλη όμως και ένδοξη αυτή θέση, όπως μας λέγει ο βιογράφος της μοναχός Ιώβ «οὐ παρεσύρη τῇ δόξῃ, οὐχ ἑάλω τῇ νεότητι οὔτε μὴν πρὸς τρυφάς οἶδε κατασπαταλᾶν, ἀλλ΄οὐδὲ τῷ τῆς ἀρχῆς ὄγκῳ ἐπήρθη. Τῷ Θεῷ δὲ μᾶλλον ἔγνω προσκεῖσθαι καί ἀρετῆς ἐπιμελεῖσθαι, σωφρόνως ζῆσαι, ταπεινοφροσύνην ἀσπαζομένη, ἀοργησίαν, ἀγάπην, πραότητα, συμπάθειάν τε καὶ ἐλεημοσύνην, ὡς ἄλλος, οὐδεὶς κατορθοῦσα καὶ τὸν Θεὸν ὁλοψύχως διὰ παντὸς θεραπεύουσα».
 
Στο καμίνι των θλίψεων
 
Τίποτε όμως στη ζωή αυτή δεν είναι σταθερό και μόνιμο. Οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού έμελλαν να είναι λίγες. Ο μισόκαλος διάβολος, φθονώντας την ευτυχία και την αρετή της Θεοδώρας, άρχισε να ρίχνει τα φαρμακερά του βέλη εναντίον της «θηλυμανίαις τὸν ἄνδρα καταμαλάξας, πειρασμὸν τῇ μακαρίᾳ ἐγείρει δεινότατον». Ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία και ακολασία από την Αρτηνή αρχόντισσα, Γαγγρινή το όνομα. Αυτή κατορθώνει με μάγια να σκλαβώσει ψυχικά το Μιχαήλ και μίσος άσπονδο να βάλει στην καρδιά του εναντίον της συζύγου του.
Η Θεοδώρα δεν κάμφτηκε, δεν λιγοψύχησε, αλλά τώρα φάνηκε πιο πολύ ο αδαμάντινος χαρακτήρας της και η ακέραια πίστη της. Χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, οπλισμένη όμως με την ελπίδα στο Θεό, εγκαταλείπει τα ανάκτορα. Πέντε χρόνια μαζί με το πρωτότοκο παιδί της το Νικηφόρο (τον γέννησε στην εξορία) ταλαιπωρείται στα κρύα και στους καύσωνες, στην πείνα και στη δίψα. Άγνωστη, πικραμένη και κακοντυμένη περνούσε λόφους και γκρεμούς, αποφεύγοντας τη μανία του άνδρα της. Κι όμως έλαμπε η Θεοδώρα, έλαμπε η αγιότητά της περισσότερο, όπως το χρυσάφι, μέσα στο καμίνι της δοκιμασίας.
Ποτέ δε βγήκε από τα χείλη της τίποτε άπρεπο. Ούτε καταράστηκε κανένα, ούτε βαρυγκόμησε για ο,τιδήποτε. Μόνο προσευχόταν μακρόθυμα και στήριζε όλες της τις ελπίδες στο Θεό. Στη δοκιμασία της αυτή βρήκε λίγη παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρένηστας. Μια μέρα, που μάζευε λάχανα να φάει αυτή και το μικρό της παιδί, τη συναντά ο ιερέας και στην πολλή του επιμονή να μάθει ποιά είναι, του φανερώνεται και έτσι για λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στο σπίτι του.
 
Η δικαίωση
 
Η αλήθεια δεν άργησε να φανεί. Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας αγανακτισμένοι από την έκλυτη ζωή του Δούκα και την αλαζονεία της πόρνης Γαγγρινής, τη διώχνουν από τα ανάκτορα. Ο Μιχαήλ δε «ἐν τῷ νῷ γενόμενος ἐνεσείσθη, τὴν μακαρίαν αὖθις ἠγάγετο».
Το μυαλό του βασιλιά ξεσκοτίζεται, βλέπει τη ζωή του, αηδιάζει την αμαρτία και αφού στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν τη νόμιμη γυναίκα του, υποδέχεται αυτήν στα ανάκτορα και στη ζωή του με λαμπρότητα, με μετάνοια και αγάπη.
Νέα ζωή ξαναρχίζει με έργα μετάνοιας για το Μιχαήλ και με απόφαση αγιότητας και για τους δύο. Η πόλη λαμπρύνεται με έργα πίστης ναούς και μοναστήρια και έργα φιλανθρωπίας για τον αγαπητό λαό της Θεοδώρας. Άλλα τέσσερα παιδιά έρχονται στη ζωή, ο Ιωάννης, ο Δημήτριος (Μιχαήλ), η Ελένη και η Άννα. Όλη η ζωή κυλά μέσα στη χάρη του Θεού.
 
Στο μοναστήρι
 
Όταν αργότερα, μετά από σαράντα περίπου χρόνια έγγαμου βίου, ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Β΄ «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας» εκοιμήθη εν Κυρίω, «ἡ Θεοδώρα, τὸ τῶν μοναχῶν καὶ αὐτὴ περιβάλλεται σχῆμα. Δέκα περίπου χρόνια ζει ως μοναχή στη Μονή του Αγίου Γεωργίου, που κατά την παράδοση η ίδια ίδρυσε. Εκεί δόθηκε ακόμη πιο πολύ «ψυχῇ τε καὶ σώματι» Σ ᾿Αυτὸν που από μικρή αγάπησε μ᾿ όλη της την καρδία.
 
Η οσία Κοίμησή της
 
Και ήρθε το τέλος της ζωής της ή μάλλον η αρχή της αληθινής της ζωής. Η Οσία προγνωρίζει το τέλος της και με δάκρυα παρακαλεί την Κυρία Θεοτόκο και τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο να της δώσουν έξι μήνες παράταση ζωής «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν», όπως και έγινε. Όταν έφθασε η τελευταία ώρα επί της γης, αφού για τελευταία φορά συμβούλεψε τις αδελφές για το πως πρέπει να ζουν και να αγωνίζονται «ἐν ἁγίῳ πνεύματι», «χαίρουσα τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» πιθανόν κατά το 1280 σε ηλικία εβδομήντα περίπου ετών. Ετάφη στο νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου (σήμερα Αγίας Θεοδώρας), όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται ο σεπτός της τάφος.
Πολλά τα θαύματα της Αγίας από τότε μέχρι σήμερα και μεγάλη η δόξα της «ἐπὶ γῆς καὶ ἐν οὐρανῷ».
 
Χρονικό Ανακομιδής των ιερών λειψάνων
 
Στις 20 Μαρτίου του 1873, ημέρα Τρίτη και ώρα 1:30 πρωϊνή, αφού έψαλλαν την παράκληση της Αγίας ο ιερός κλήρος, ο ευσεβής λαός, οι επίτροποι του ναού, οι πρόκριτοι της Άρτας και οι πρόξενοι της Ρωσίας και της ελεύθερης Ελλάδας, με επικεφαλής τον Αρχιμανδρίτη Στέφανο Κλεόμβροτο (ο Μητροπολίτης Σεραφείμ απουσίαζε στην Κωνσταντινούπολη), άνοιξαν τον τάφο και με πολλή ευλάβεια συνέλεξαν τα ιερά και ευωδιάζοντα λείψανα της Οσίας. Τα χαριτόβρυτα λείψανα της Αγίας αναδείχθησαν πηγή πολλών και μεγίστων θαυμάτων μέχρι σήμερα.
 
Η εορτή της
 
Μέχρι σήμερα η λαμπρότερη μέρα της πόλης μας είναι η μέρα γιορτής της Αγίας Θεοδώρας, η 11η Μαρτίου. Την Κυριακή μετά των Αγίων Πάντων, εορτάζει κατά παράδοση η μνήμη της Ανακομιδής των λειψάνων της Αγίας.
Όλοι οι Αρτηνοί, αλλά και πολλοί Ηπειρώτες και Ακαρνάνες κατακλύζουν το ναό και την πόλη, για να προσκυνήσουν και να πάρουν τη χάρη και ευλογία της «μακαριωτάτης καὶ ἀοιδίμου» Οσίας μητρός ημών Θεοδώρας.
 
(Πηγή : ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΡΤΗΣ
Αποσπάσματα από τον βίο της αγίας όπως αυτός αναγράφεται στον δικτυακό τόπο : http://www.imartis.gr)

 

από την λιτανεία της Ιεράς εικόνας το 1928
΄Αρτα- Μητροπολιτικός ναός Αγίας Θεοδώρας
Your rating: None Average: 5 (2 votes)

ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΑΔΟΒΙΣΔΙΟΥ

image

O ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΑΔΟΒΙΣΔΙΟΥ


Η καταγωγή του.Τα πρώτα χρόνια της ζωής του
 
Ο Άγιος Παρθένιος γεννήθηκε στο χωριό Βατσουνιά του νομού Καρδίτσας στις αρχές του 18ου αιώνα.
Έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του και ανδρώθηκε σωματικά και ψυχικά στην περιοχή αυτή των Θεσσαλικών Αγράφων.
Οι γονείς του Αγίου απλοί και ταπεινοί άνθρωποι ανάθρεψαν και μετάδωσαν στο γιο τους την πίστη στο Χριστό και την αγάπη στην Πατρίδα. Κοντά τους έμαθε να ζει την απλοϊκή ζωή των ανθρώπων του μόχθου που ζούσαν καλλιεργώντας τη γη και εκτρέφοντας ζώα.
Ο παπάς του χωριού του και αργότερα οι μοναχοί των γύρω μοναστηριών που με ευλάβεια και δίψα ψυχής τα επισκεπτόταν, του έδωσαν τα πρώτα φώτα, τον συνέδεσαν πιο πολύ με την εκκλησία και τον «μύησαν» στην ορθόδοξη πνευματική ζωή.
 

Η μοναχική του ζωή
 
Η ζωή των Αγίων της Εκκλησίας μας, το θάρρος και η πίστη των νεομαρτύρων της εποχής του καθώς και η δυνατή παρουσία των δύο μεγάλων αγίων της περιοχής, του Αγίου Βησσαρίωνος και του Αγίου Σεραφείμ Φαναριοφαρσάλων, επιδρούν και στη ζωή του νεαρού Παρθένιου και του εμπνέουν, κάτω από τις φωτισμένες εμπειρίες και νουθεσίες των αγίων μοναχών των Μετεώρων και των γύρω μονών, την επιθυμία και το ζήλο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο Θεό.
Έτσι ο Παρθένιος γίνεται δόκιμος και αργότερα μοναχός σε μοναστήρι της περιοχής.
Η ζωή του μοναχού εσταυρωμένη, δύσκολη αλλά και ευλογημένη με περίσσιες πνευματικές χάρες.
Ο μοναχός Παρθένιος προκόβει στην πνευματική ζωή και γίνεται φωτεινό παράδειγμα για όλους. Έτσι με τη σύμφωνη γνώμη των πατέρων της μονής ο Παρθένιος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος, αναλαμβάνοντας τη διακονία των μυστηρίων του Θεού και απολαμβάνοντας τη χάρη του υψηλού υπουργήματος της Ιερωσύνης.

Στην επισκοπή Ραδοβισδίου
 
Εκτιμώντας τα προσόντα και την αγία του ζωή η Εκκλησία ανέδειξε τον Παρθένιο σε επίσκοπο Ραδοβισδίου. Ο λύχνος τοποθετήθηκε στη λυχνία κατά τον λόγο του Κυρίου για να φωτίζει όλους του πιστούς και να τους καθοδηγεί στην αρετή και στην αγιότητα.
Η επισκοπή Ραδοβισδίου περιλάμβανε το δυτικό τμήμα της Αργιθέας και το Β.Α. τμήμα του σημερινού νόμου της Άρτας, το Ραδοβύζι (τότε επαρχία Δρυοπίας) και αποτελούνταν από τους Δήμους Ηρακλείας (Κάτω Ραδοβύζι) με κέντρο το Βελεντζικό και Τετραφυλίας (Άνω Ραδοβύζι).
 
Η επισκοπή Ραδοβισδίου καταργήθηκε το 1830 και η περιοχή της δόθηκε λίγο αργότερα στη Μητρόπολη Άρτας τμήμα της οποίας αποτελεί και σήμερα.
Έδρα της επισκοπής ήταν αρχικά τα Βραγγιανά Αργιθέας και αργότερα το χωριό Βελεντζικό που την εποχή της Τουρκοκρατίας βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πριν τον χαλασμό του 1854 αριθμούσε γύρω στις 830 οικογένειες και είχε 9 ναούς.
Αναλαμβάνοντας το μέγιστο αυτό αξίωμα της Αρχιερωσύνης ο Άγιος Παρθένιος επιδίδεται τώρα πιο πολύ στη διακονία του Ευαγγελίου και του ποιμνίου του. Νύχτα και μέρα αγωνιζόταν για την πνευματική του προκοπή. Μα πιο πολύ τώρα αγωνιζόταν ο ίδιος να γίνεται πρότυπο αγίας ζωής για όλους . Η αυστηρή νηστεία και η αδιάλειπτη προσευχή ήταν τα πιο αγαπημένα του αθλήματα γιατί γνώριζε καλά ότι με αυτά ‐σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου‐ ο άνθρωπος «καθαρίζεται», ανακαινίζεται και φέρνει μέσα στην καρδιά του την ειρήνη και τη γλυκειά παρουσία του Κυρίου. Αγαπούσε το Θεό και αυτή η αγάπη ξεχείλιζε όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στην κτίση ολόκληρη και ειδικά στα αγαπημένα του ζωντανά «τα ευλογημένα» όπως ο ίδιος συνήθιζε να τα ονομάζει. Αρκετές ώρες της ημέρας περνούσε κοντά στα κοπάδια των αγελαδικών του χωριού. Η παράδοση αναφέρει ότι κατά τους θερινούς μήνες έβγαινε έξω από το χωριό στη θέση Μπέσελο στην οποία περνούσαν τα κοπάδια για να ποτιστούν. Εκεί καθισμένος σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι κάτω απ’ τον ίσκιο των ελατιών τα παρακολουθούσε, τα ευλογούσε και προσευχόταν για αυτά τα «ευλογημένα» και τους κατόχους τους.
Ίσως πολλές φορές και ο Άγιος ακόμη να φρόντιζε μόνος του τα ζώα όπως έκανε με χαρά στο διακόνημά του στη μονή της μετανοίας του. Σίγουρα όμως πολλές φορές με την προσευχή και τον αγιασμό θεράπευε πολλά από αυτά. Γι’ αυτό και μετά θάνατον ο Θεός τον τίμησε με το χάρισμα της θαυματουργίας κατά των νοσημάτων των ζώων και των αγελαδικών.
Στο «Μαρτυρικόν» περί του αγίου Παρθενίου του ιστορικού κώδικα της μονής Δουσίκου διασώζεται επίσης ένα άλλο επεισόδιο από τη ζωή του αγίου που δείχνει τη μεγάλη αρετή και φιλανθρωπία του. Κοντά στην Επισκοπή ζούσε ένας πτωχός άνθρωπος που είχε πέντε παιδιά. Είχε ένα χωράφι σε πετρώδες έδαφος που ο ίδιος λόγω ασθένειας δεν μπορούσε να περιποιηθεί για να αποδώσει καρπό και να θρέψει την οικογένειά του. Ο άγιος που γνώριζε τα προβλήματα και τις ανάγκες των παιδιών του, πήγαινε μεσάνυχτα με το φεγγάρι και προσπαθούσε να καθαρίσει το κτήμα βγάζοντας από κει τις πέτρες μεγάλες και μικρές.
Ο ιδιοκτήτης του χωραφιού κατάλαβε ότι κάποιος καθαρίζει το κτήμα και μια νύχτα που παραφύλαξε είδε ότι ήταν ο επίσκοπος Παρθένιος. Ο άγιος «του έκανε δεσμό» να μη μαρτυρήσει σε κανένα το γεγονός και υποσχέθηκε ότι αυτός θα τον βοηθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά του.
 
Το κήρυγμα του Αγίου είχε δυο στόχους: Πρώτα να τονώσει την πίστη των ανθρώπων στο Θεό και να τους κατευθύνει στη βασιλεία Του την Ουράνια και δεύτερο να διαφυλάξει ακέραιη και ανόθευτη την ταυτότητα του βασανισμένου ρωμιού, τον Ελληνισμό δηλ. και την Ορθοδοξία. Γίνεται έτσι ο πνευματικός πατέρας και διδάσκαλος της περιοχής που στηρίζει και δίνει φτερά στις ψυχές των υπόδουλων να δώσουν ‐και όπως πραγματικά το έδωσαν‐ ακόμα και το αίμα τους όταν θα ερχόταν η ώρα του ξεσηκωμού.
Κατά την παράδοση ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περνώντας από την περιοχή αυτή συναντήθηκε με τον Άγιο Παρθένιο (μέχρι σήμερα οι κάτοικοι του χωριού δείχνουν το τόπο της συναντήσεώς τους), συζήτησαν τα μεγάλα προβλήματα των υπόδουλων και μαζί επισκέφθηκαν το μοναστήρι της Ροβέλιστας ένα από τους λαμπρούς πνευματικούς φάρους από τότε μέχρι και σήμερα.
 
Το τέλος της ζωής του
 
Η όλη ζωή και παρουσία του Αγίου Παρθενίου δεν άφησε ανενόχλητο τον κατακτητή. Γι’ αυτό και ο Άγιος σύμφωνα με μία παράδοση τιμωρήθηκε, καταδικάστηκε και υπέστη μαρτυρικό θάνατο για να συναριθμηθεί στη χορεία των Οσίων και νέων μαρτύρων Ιεραρχών της Εκκλησίας μας. Σύμφωνα όμως με άλλη παράδοση κοιμήθηκε οσιακώς την 21 Ιουλίου του 1777 και ετάφη πίσω από το Ιερό Βήμα του Επισκοπικού ναού των Αγίων Αναργύρων.

Η ανακομιδή των λειψάνων του
 
Μετά από 35 περίπου χρόνια οι κάτοικοι του χωριού αποφάσισαν να κάνουν εκταφή του λειψάνου του Αγίου για να ενταφιάσουν ένα από τους διαδόχους του, τον επίσκοπο Καλλίνικο. Έτσι την 21 Ιουλίου του 1810, μια μέρα καλοκαιρινή και πολλή καυστική, άνοιξαν τον τάφο του. Άρρητη ευωδία πλημμύρισε όλο το χωριό και τη γύρω περιοχή και από τον καταγάλανο ουρανό άρχισε να πέφτει λεπτή βροχή. Οι κάτοικοι θεώρησαν το γεγονός αυτό «σημείο» παρά του Θεού και απόδειξη αγιότητας του Αγίου Παρθενίου. Με ευλάβεια περισυνέλεξαν τα άγια λείψανα και τα τοποθέτησαν στην αγία Τράπεζα του ναού των Αγίων Αναργύρων.
Στον ιστορικό κώδικα της μονής Δουσίκου αναφέρεται ότι τα λείψανα μοιράστηκαν σε πολλά μέρη.
 
 
Η τιμή του Αγίου
 
Η κάρα όμως του Αγίου Παρθενίου αποτελεί το κέντρο ευλάβειας και λατρείας των πιστών προς τον άγιο, που από την ημέρα της ανακομιδής του λειψάνου του γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Ιουλίου με λαμπρή πανήγυρη.
Τιμάται επίσης ο Άγιος και στη γενέτειρά του το χωριό Βατσουνιά της Καρδίτσας.
Πολλά και ποικίλα είναι τα θαύματα που αναφέρονται στον Άγιο από την επίγεια ζωή του μέχρι και σήμερα και πολλοί είναι οι κάτοικοι όλης της περιοχής μέχρι τα χωριά του Βάλτου οι οποίοι ομολογούν και διακηρύττουν τις θαυματουργίες που επιτελεί η άγια του κάρα και ο αγιασμός του Αγίου.
Όλοι όσοι προστρέχουν με ευλάβεια προς τον Άγιο λαμβάνουν τη χάρη και τη δωρεά του που πλουσιοπάροχα πάντοτε έδινε και δίνει στα πνευματικά του παιδιά και τα «ευλογημένα» ζώα.
Ταῖς τοῦ Ἁγίου Παρθενίου πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
(Πηγή : ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΡΤΗΣ
Αποσπάσματα από τον βίο του αγίου όπως αυτός αναγράφεται στον δικτυακό τόπο : http://www.imartis.gr)

 

No votes yet

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

image

 OI  ΟΣΙΟΙ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ  
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ



Η καταγωγή.Τα πρώτα χρόνια της ζωής τους
 
Οι Όσιοι αυτάδελφοι Θεοχάρης και Απόστολος ήταν παιδιά του ευσεβή ιερέα Γεωργίου Ντούϊα, εφημέριου του Ιερού Ναού της Αγίας Σοφίας Άρτας, και της ενάρετης πρεσβυτέρας Φωτεινής. Ο Θεός τους χάρισε τρεις γιους (ο τρίτος λεγόταν Κωνσταντίνος), τους οποίους ανάθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου».
 

Ο μεγαλύτερος γιος τους ο Θεοχάρης (γεννήθηκε γύρω στα 1760) διέθετε μεγάλη έφεση για τα γράμματα. Διδάχθηκε την «θύραθεν σοφία» στην περίφημη τότε σχολή της Άρτας, τη σχολή Μανολάκη Καστοριώτη.
 
Εκεί την εποχή εκείνη δίδασκε ο μεγάλος δάσκαλος και ιεροψάλτης, Δημήτριος Οικονομόπουλος Βενδραμής από το Μεσολλόγι. Στη σχολή διδάσκονταν ο όσιος Θεοχάρης, αλλά ο ίδιος με την αγία του ζωή και τις θεόπνευστες παραινέσεις δίδασκε τους συμμαθητές του, πολλοί από τους οποίους παρακινήθηκαν και έγιναν ιερείς και μοναχοί. Από την ηλικία αυτή φανερώθηκε η δύναμη και η πειθώ του λόγου του Αγίου, αφού έβγαινε φυσικά από μια καρδιά που τη φλόγιζε η αγάπη του Θεού. Τον δε «ἁπλὸ καὶ ἀκέραιον στὴν ψυχὴ» Απόστολο ανέλαβε ο ίδιος ο πατέρας του.
Τα δύο αδέλφια ο Θεοχάρης και ο Απόστολος είχαν ιδιαίτερη έφεση και αγάπη προς την εκκλησιαστική ζωή και με ιδιαίτερη ταπείνωση και επιμέλεια διακονούσαν τον ιερέα‐πατέρα τους στα λειτουργικά του καθήκοντα.
 
Παράλληλα όλη η οικογένεια ήταν ανεξάντλητη πηγή αγάπης και προσφοράς, υλικής και πνευματικής προς τους συνανθρώπους και τους ενορίτες τους.
Η χαρά των γονιών ήταν μεγάλη για την πρόοδο και την καλλιέργεια των παιδιών τους.
Ο ευλογημένος ιερέας ήθελε ο πρώτος γιος του ο Θεοχάρης να νυμφευθεί πρώτα και μετά να ιερωθεί.
 
Ο Θεός όμως είχε άλλα αποφασίσει γιαυτόν. Ο Θεοχάρης είχε ήδη πάρει την απόφαση να ακολουθήσει το αγγελικό πολίτευμα, δηλαδή το δρόμο της ασκήσεως και της μοναχικής πολιτείας και αντέλεγε με πολύ σεβασμό: «επιθυμώ όταν τελειοποιήσω τις σπουδές μου και έλθω στη νόμιμη ηλικία, εκείνο το οποίο η Θεία Πρόνοια με φωτίσει, εκείνο και θα πράξω».
Μαζί με τους γονείς καμάρωνε και ο Μητροπολίτης την πρόοδο των νέων αυτών και προσδοκούσε να λαμπρύνουν την τοπική Εκκλησία με την απόφασή τους να ιερωθούν.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του ο Θεοχάρης, η οικογένεια του σεβαστού Ιερέα Γεωργίου Ντούϊα, κατά παραχώρηση Θεού, δοκιμάστηκε. Εκοιμήθησαν εν Κυρίῳ και οι δύο γονείς, ο ιερέας Γεώργιος και η πρεσβυτέρα Φωτεινή. Έφυγαν όμως ειρηνικοί απ΄τον κόσμο αυτό γιατί όσο μπόρεσαν έκαναν το χρέος τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους αφήνοντας πίσω στα παιδιά τους μια σημαντική περιουσία και κληρονομιά. Και η περιουσία αυτή, που μπόρεσαν και μετέδωσαν στα παιδιά τους, ήταν η αληθινή και γνήσια πίστη τους, η αγία ζωή τους και η κατά Θεόν πορεία πάνω στις αξίες της πίστεως και της πατρίδας.
 
Ο Θεοχάρης και ο Απόστολος, σαν μεγαλύτεροι αδελφοί, μετά τον θάνατο των γονέων τους φρόντισαν τον μικρότερο αδελφό τους Κωνσταντίνο. Όταν ανδρώθηκε φρόντισαν να νυμφευθεί. Οι ίδιοι, αφού αποκατέστησαν τον αδελφό τους Κωνσταντίνο στο πατρικό τους σπίτι, αποσύρθηκαν σε ένα μικρό σπιτάκι κοντά στο ναό της Αγίας Σοφίας «απαρνηθέντες τα εγκόσμια».

Όμαιμοι και Ομόσκηνοι
 
Τα δύο αδέλφια απερίσπαστα πια από τα του κόσμου, ρίχνονται με θάρρος και γενναιότητα σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες. Η αδιάλειπτη προσευχή, η μελέτη του λόγου του Θεού, η ολονύκτια στάση, η ψυχοτρόφος νηστεία, η σιωπή και η εγκράτεια, η μετάνοια και η ολόθερμη αγάπη προς τον Θεό ήταν η καθημερινή τους πράξη και ζωή.
 
Η τροφή τους ήταν λιτή αποτελούμενη από ψωμί και νερό που έπιναν μετά τη δύση του ηλίου. Μερικές φορές έτρωγαν και λίγα φρούτα. Ο πρώτος βιογράφος τους, αρχιμανδρίτης Κωνστάντιος ηγούμενος της Ιεράς Μονής Κάτω Παναγιάς, αναφέρει ότι το ψωμί το έβαζαν σε ένα πήλινο σκεύος με μικρό άνοιγμα (ίσα που να χωρεί το ένα χέρι) για να υπογραμμίσει το λιτόν της τροφής τους. Αλλά και όταν κάποιοι ευσεβείς και ελεήμονες χριστιανοί τους πήγαιναν φαγητά, αυτοί με ευχαρίστηση, ευγένεια και πολλές ευχές τα δέχονταν, όχι για να τα γευτούν οι ίδιοι ‐ούτε κατ΄ελάχιστον‐ αλλά για να ελεήσουν πολλούς συνανθρώπους τους που βρίσκονταν σε ανέχεια και δύσκολη θέση. Μάλιστα για να τους πείσουν να τα πάρουν τους έλεγαν ότι αυτοί έφαγαν αρκετά και αυτά που τους προσφέρουν ήταν τα υπόλοιπα. Φυσικά όλους τους υποχρέωναν να μην αναφέρουν πουθενά την πράξη τους αυτή.
 
Ενώ δεν είχαν μοναχικό σχήμα και δεν είχαν καρεί μοναχοί έκαναν και τηρούσαν με ακρίβεια τον κανόνα του μεγαλόσχημου μοναχού. Κοινωνούσαν των αχράντων μυστηρίων μία φορά την εβδομάδα και ακολουθούσαν τη ζωή και το παράδειγμα των πατέρων και ασκητών της εποχής τους το πνεύμα των οποίων πέρασε σ΄αυτούς και με τη διδασκαλία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Από το μικρό σπιτάκι τους δεν έβγαιναν παρά μόνο όταν είχαν απόλυτη ανάγκη και όταν η αγάπη προς τον πλησίον τους, υποχρέωνε σε διακονία και προσφορά. Έτσι ο Θεοχάρης δίδασκε τα πρώτα γράμματα στα Αρτηνόπουλα στο μικρό και χαριτωμένο εκκλησάκι της Παναγίας της Κασσοπίτρας (Κασσιόπης) μέχρι το 1818. Δεν είναι τυχαίο ότι απ΄αυτόν τον δάσκαλο βγαίνει σπουδαίος μαθητής, ο εθνεγέρτης και αρχηγός της Φιλικής Ετερείας, ο εκ Κομποτίου Νικόλαος Σκουφάς.
 
Ο Όσιος Θεοχάρης προσέφερε αφιλοκερδώς και ακούραστα τις υπηρεσίες του στην Μητρόπολη Άρτης όταν Αρχιερατικός επίτροπος ήταν ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Θεοτοκίου Βενέδικτος «ο μεγαλοπρεπής και ελεήμων». Ο Βενέδικτος εκτιμώντας την μεγάλη αυτή και αγία προσωπικότητα τον κάλεσε να εργαστεί ως γραμματέας του. Ο Θεοχάρης παρά το φόρτο και τον κόπο της εργασίας αυτής ουδέποτε παραπονέθηκε και αρνήθηκε κάτι, παρά μόνο σε περιπτώσεις διαζυγίου, αφωρισμού και τιμωρίας ιερέα. Η αγία του ψυχή και η συνείδησή του δεν το άντεχε, γιαυτό προσποιούνταν τον άρρωστο και κατέφευγε στο αγαπητό του κελλί όπου έβρισκε παρηγοριά στην προσευχή του Ιησού και στις πολυάριθμες μετάνοιες.
Ο Βενέδικτος μετά από πολλές παρακλήσεις του Αγίου, κατάλαβε ότι ο Θεοχάρης δεν ήταν γι΄αυτή τη δουλειά και τον απάλλαξε από τα καθήκοντά του δίνοντας το χρόνο όλο για προσευχή και μελέτη του λόγου του Θεού και των αγίων Πατέρων.
 
Στην ασκητική αυτή πορεία, συνοδοιπόρος και συνασκητής ο άγιος Απόστολος αδελφός κατά σάρκα και πνεύμα του Οσίου Θεοχάρη.
Οι Αυτάδελφοι όσιοι αγάπησαν πλήρως τώρα τον μονήρη βίο. Μόνο ο Απόστολος έβγαινε από το μικρό ασκηταριό που βρίσκονταν στην καρδιά της πόλης για να ψωνίσει τα αναγκαία και να καλλιεργήσει το μικρό αμπέλι τους.
 
Αναφέρεται επίσης ότι οι άγιοι είχαν δύο στάμνες (πήλινα δοχεία) για νερό. Κατά τη νύκτα πήγαιναν τη μία στάμνα στο πηγάδι που τη γέμιζαν οι γυναίκες την ημέρα. Το βράδυ πήγαινε ένας απ΄αυτούς την έπαιρνε και άφηνε για γέμισμα την άλλη στάμνα. Κι΄αυτό το έκαμαν γιατί ήταν εραστές της ησυχίας και της προσευχής. Με αυτή τους τη στάση και προσευχή συμπαραστάθηκαν δυναμικά στο λαό της πόλης κατά τη διάρκεια των μεγάλων και θανατηφόρων επιδημιών πανώλης (πανούκλας) που ενέσκυψαν στην Άρτα, η πρώτη στις 2 Μαΐου του 1816 και η δεύτερη το 1823.
 
Οι δύο αδελφοί δεν απομακρύνθηκαν από την πόλη αλλά νυχθημερόν κλεισμένοι στο ερημητήριό τους προσεύχονταν μέχρι που ο Θεός και διά πρεσβειών του Αγίου Βησσαρίωνος, του οποίου την κάρα έφεραν και λιτάνευσαν οι Αρτηνοί, απομάκρυναν το θανατικό και ο λαός ξαναγύρισε στα σπίτια τους. Με τη στάση τους αυτοί οι άγιοι αυτάδελφοι έδωσαν δύναμη και κουράγιο στους κατοίκους της πόλης οι οποίοι πλέον με πολύ σεβασμό τιμούσαν αυτούς.

Η κοίμησις του Οσίου Θεοχάρους
 
Οσίας και φιλόθεας ζωής και το τέλος οσιακό και ειρηνικό έρχεται.
Ο Θεοχάρης προγνωρίζει την ώρα του θανάτου και παρακαλεί τον αυτάδελφό του και συναθλητή Απόστολο να ειδοποιήσει τον ιερέα να έλθει να τον κοινωνήσει την δωδεκάτη μεσημβρινή ώρα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο ιερέας με θλίψη και σεβασμό έρχεται στο μικρό σπιτάκι όπου ο όσιος Θεοχάρης με ιδιαίτερη ευλάβεια κοινωνεί για τελευταία φορά τα Άχραντα Μυστήρια. Μετά δίνει τις τελευταίες οδηγίες και επιθυμίες στον «ἁπλοῦν καὶ ἀκέραιον τῇ ψυχῇ Ἀπόστολον».
 
Τον παρακαλεί πρώτα‐πρώτα να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο την ίδια φιλόθεη και φιλάνθρωπη ασκητική ζωή. Επιθυμία του είναι στην κηδεία του να παραστεί ο Μητροπολίτης Άρτης, να ενταφιασθεί στον ναό των Αγίων Αναργύρων και ουδέποτε να γίνει ανακομιδή των λειψάνων του. Την οικεία του τέλος δωρίζει στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας όπου εφημέρευε ο πατέρας του και όπου εκεί ο ίδιος είχε τις πρώτες και σημαντικές πνευματικές εμπειρίες.
 
Η αγγελία του θανάτου του την Μεγάλη Παρασκευή του 1828 προκάλεσε οδύνη και θλίψη στον αρτηνό λαό που με σεβασμό και ευλάβεια έτρεξαν άπαντες στην εξόδιο ακολουθία του στην οποία χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτης Νεόφυτος. Ο Νεόφυτος με λόγια απλά και συγκινητικά εκφώνησε επικήδειο λόγο, ανέφερε τις αρετές, την πίστη και την ασκητική ζωή του Θεοχάρους και προέτρεψε τους πιστούς να μιμηθούν την αγία του ζωή. Ο ίδιος ευχήθηκε για τον εαυτό του να τύχει τέτοιας μεγάλης ευλογίας και να πεθάνει τέτοια μεγάλη μέρα.
Πραγματικά την άλλη χρονιά, το 1829, την Μεγάλη Παρασκευή εξεδήμησε προς Κύριον και ο σεμνός αυτός Ιεράρχης.
Στην κηδεία του Οσίου συνέβησαν «εξαίσια και μεγάλα θαύματα». Οι τέσσερις λαμπάδες του νεκροκρέβατου κατά την νεκρική πομπή ενώ ήταν σβησμένες, άναψαν, και άρρητη ευωδία σκόρπισε το άγιο σκήνωμά του. Η ευωδία αυτή πλημμύρισε και το ναό των αγίων Αναργύρων αλλά και το μικρό σπιτάκι που ζούσε ο Άγιος. Άλλη μαρτυρία επίσης αναφέρει, ότι κατά την ώρα της εξοδίου ακολουθίας, άναψαν από μόνα τους τα κεριά του πολυελαίου των Αγίων Αναργύρων, θαύμα και πιστοποίηση από το Θεό της αγίας και φωτεινής ζωής του.
Ο Άγιος ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων, στο χώρο μπροστά από την είσοδο της νότιας πλευράς του ναού.
 
Κατά το 1866 όταν ηγούμενος του μονυδρίου ιερομόναχος Κορνήλιος, ανακαίνισε το μονύδριο, βρήκε στο χώρο αυτό κάτω από μια πλάκα σκεπασμένη την «χαριτόβρυτον αὐτοῦ κάραν πνέουσαν ἄρρητον εὐωδίαν». Αφού την προσκύνησε ευλαβικά την κάλυψε όπως αρχικά ήταν, σεβόμενος την επιθυμία του Αγίου. Έτσι ο χώρος της ταφής του αγίου παραμένει μέχρι σήμερα απείρακτος.

Το τέλος του Αγίου Αποστόλου
 
Ο Απόστολος συνέχισε να ζει σύμφωνα με τις τελευταίες υποθήκες του μεγαλυτέρου αδελφού του. Μοναχικά, ασκητικά, φιλάνθρωπα και εκκλησιαστικά. Καθημερινά φρόντιζε να συμπαρίσταται στους πάσχοντας συναθρώπους και η ελεημοσύνη προς όλους ήταν υποδειγματική. Κοντά του οι κατατρεγμένοι, τα ορφανά και οι φτωχοί έβρισκαν παρηγοριά και ελπίδα.
Δεκαεπτά χρόνια ζει μετά την κοίμηση του αγίου αυταδέλφου του Θεοχάρη, κοντά στον άλλο τους αδελφό Κωνσταντίνο την ίδια θεοφιλή ζωή.
 
Όταν και ο ίδιος προείδε το τέλος του παρακάλεσε τον αδελφό του να ταφεί χωρίς τιμές στο κοιμητήριο της Αγίας Σοφίας. Πραγματικά όταν παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο κατά το έτος 1845, το λέιψανό του ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Σοφίας στο χώρο πίσω από το ιερό Βήμα του ναού.
Τρεις μέρες μετά το θάνατο του Οσίου Αποστόλου ευσεβείς γυναίκες πήγαν στον τάφο όπως είναι συνήθεια μέχρι σήμερα‐ να ρίξουν νερό και να τον καλλωπίσουν. Έκπληκτες βρέθηκαν μπροστά σ΄ένα απρόσμενο θέαμα. Βρήκαν «ἐκφυὲν εἰς τὸ μέσον τοῦ τάφου πρωτοφανὲς θαυμάσιον ἄνθος ἐκπέμπον ἄρρητον εὐωδίαν», πράγμα που φανέρωνε εκ Θεού την αγιότητα του οσίου Αποστόλου.
 
Η Τιμή των Αγίων
 
Η μνήμη των οσίων αυταδέλφων παρέμεινε ανεξάληπτη στους κατοίκους της πόλεως της Άρτας οι οποίοι από την ημέρα του θανάτου τους, τους τιμούσαν ως Αγίους μνημονεύοντάς τους κατά την Τετάρτη της Διακαινησίμου Εβδομάδος (Πάσχα).
 
Η μνήμη τους σήμερα τελείται πάνδημα και μεγαλόπρεπα την Κυριακή των Μυροφόρων στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας.
 
(Πηγή : ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΡΤΗΣ
Αποσπάσματα από τον βίο του αγίου όπως αυτός αναγράφεται στον δικτυακό τόπο : http://www.imartis.gr)

 

No votes yet

Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ νεομάρτυρας εξ ΄ Αρτης

image

Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ νεομάρτυρας εξ ΄Αρτης

 
Ο νεομάρτυρας αυτός καταγόταν από τα μέρη της Άρτας. Σέ μικρή ηλικία εξισλαμίστηκε και αργότερα έφυγε στην παλιά Πάτρα, όπου έκανε την τέχνη του γουναρά. Σέ κάποια στιγμή όμως μετάνιωσε ειλικρινά, βρήκε πνευματικό, εξομολογήθηκε το αμάρτημα της έξωμοσίας του και ζήτησε την άδεια να μαρτυρήσει.
Ό πνευματικός όμως, φοβούμενος μήπως αποκάμει ό μάρτυρας στη διάρκεια των βασανιστηρίων, τον απέτρεπε λέγοντας του ότι, άπ' τη στιγμή πού ήρθαν οι Αρβανίτες στον Μοριά έμαθαν στους ντόπιους Τούρκους τόσους και τέτοιους τρόπους βασανιστηρίων, πού μπροστά τους ωχριούν αυτά των πρώτων χριστιανών.

Ό Άγιος αποκρίθηκε τότε στον πνευματικό λέγοντας του ότι έχει τόση δίψα να βασανιστεί για τον Χριστό, πού για να τον ξεδιψάσουν δεν φτάνουν ούτε αυτά τα βασανιστήρια των Αρβανιτών. Μπροστά στα λόγια αυτά της πίστης και της αγάπης προς τον Χριστό, ό πνευματικός μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια στον Άγιο και τον ευλόγησε.
Τότε ό Ζαχαρίας αφού πήγε στο εργαστήρι του, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του και τα έδωσε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Έπειτα παρουσιάστηκε στον κριτή και με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό. Επειδή ο κριτής δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει ούτε με κολακείες, ούτε με φοβέρες, τον έστειλε στον εξουσιαστή της πόλης. Αυτός, μαζί με τους αγάδες, αποφάσισε να τον ρίξουν στη φυλακή και τρεις φορές την ημέρα να τον χτυπάνε δυνατά, έτσι ώστε ή να επανέλθει στην πίστη τους ή να ξεψυχήσει χωρίς να χυθεί αίμα από το σώμα του.
Έτσι ό Άγιος βασανίστηκε για πολλές ήμερες και με αξιοθαύμαστη καρτερία ύπέμεινε τα φρικτά βασανιστήρια. Παρέδωσε το πνεύμα του στίς 20 Ιανουαρίου 1782 στην Πάτρα. Εικόνα του Αγίου σώζεται στην Ιερά Μονή "Κάτω Παναγιάς" Άρτας.
 
Απολυτίκιον. Ηχος δ .
Ταχύ προκατάλαβε Της ΄Αρτης αγλάισμα, και Νεομάρτυς κλεινός, εν Πάτραις ώς ήθλησας, υπέρ Χριστού του Θεοϋ, έδείχθης μακάριε· ου γαρ τον τρώσοντά σε, καθελών δι 'άγώνων, γέρας έδέξω θείον, Άθλητά Ζαχαρία, πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών των εύφημούντων σε.
 
(Πηγή : δικτυακός τόπος http://www.gonia.gr από την “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΓΩΝΙΑ” )

 

No votes yet

O ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ , ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ

image

 
   O  ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ , ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ


Η καταγωγή του. Tα παιδικά του χρόνια
 
Μάξιμος είναι το μοναχικό του όνομα. Όταν ο μοναχός Μάξιμος μετέβη στη Ρωσία και παρέμεινε σ΄αυτή, οι Ρώσοι του έδωσαν την προσωνυμία Γραικός. Μάξιμ Γκρέκ τον ονόμαζαν, λόγω της καταγωγής του από την Ελλάδα και μ΄αυτό το όνομα είναι γνωστός.
 
Το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης και γεννήθηκε στην Άρτα στα 1470 μ.Χ. περίπου. Οι γονείς του Μανουήλ και Ειρήνη ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Η οικογένεια Τριβώλη, οικογένεια λογίων με επιφανείς προγόνους στην Κωνσταντινούπολη και την αυλή των δεσποτών του Μυστρά, ανήκε στη χορεία των λογίων που συνόδευσαν το Θωμά Παλαιολόγο κατά την έξοδό του από το Μυστρά, λίγο πριν από την πτώση του Δεσποτάτου.

Οι Τριβώληδες στην περιπέτεια της αποδημίας τους από το Μυστρά διάλεξαν την Άρτα ως τόπο εγκατάστασης και διαβίωσης.
Την Άρτα όπου βαραίνει η Βυζαντινή παράδοση με τα μνημεία και την ακίβδηλη χωρίς Λατινικές επιδράσεις ορθοδοξία.
Τους γονείς του ο ίδιος ο άγιος Μάξιμος σε μια βιβλιογραφική του ένδειξη τους χαρακτηρίζει Έλληνες, Χριστιανούς και φιλοσόφους.
 
Τα πρώτα του γράμματα μάλλον τα διδάχτηκε κατ΄οίκον από κάποιο δάσκαλο ή και από τους γονείς του, χωρίς ν΄αποκλείεται η φοίτησή του σε κάποιο, βέβαια κρυφό, σχολείο. Έφηβο, στα 14 περίπου χρόνια του, οι γονείς του τον στέλνουν στην Κέρκυρα, για να συμπληρώσει τη μάθησή του πιο εμπεριστατωμένα κοντά στο θείο του Δημήτριο Τριβώλη, λόγιο, κωδικογράφο και βιβλιόφιλο και στον επιφανή δάσκαλο Ιωάννη Μόσχο.
 
Σπουδές στη Δύση
 
Στην Κέρκυρα έμεινε ως τα 20 περίπου χρόνια του. Στη συνέχεια λόγω της αγάπης του προς τα γράμματα αναζήτησε τη μόρφωση έξω από την Ελλάδα. Στα 1492 έρχεται στη Φλωρεντία.
Η Δύση και ιδιαίτερα η Ιταλία, τα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, είχε δεχτεί πολλούς Έλληνες λογίους και επιδιώκοντας το θησαυρό της ελληνικής γραμματείας, τους δεχόταν με αγάπη και προστάτευαν την επιστήμη.
 
Στην όμορφη Φλωρεντία σπούδασε κοντά στο διαπρεπή Έλληνα φιλόλογο της εποχής Ιωάννη Λάσκαρη Θεολογία, Ιστορία, Φιλοσοφία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική. Εδώ είχε την ευκαιρία να φοιτήσει και στην Πλατωνική Ακαδημία, όπου διέπρεπε ο μεγάλος δάσκαλος Μαρσίλιο Φιτσίνο.
Αφού παρέμεινε τρία χρόνια στη Φλωρεντία, ο νεαρός Αρτηνός λόγιος έρχεται στη Βενετία, όπου συνδέθηκε με τον φημισμένο τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, τον περίφημο εκδότη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.
Το 1502 τον ξαναβρίσκουμε στη Φλωρεντία.
 
Ιδιαίτερη έλξη ασκούν επάνω του τα κηρύγματα του Δομηνικανού μοναχού Σαβοναρόλα, που με τον φλογερό του ζήλο αποκάλυπτε τη διαφθορά των συγχρόνων του και τους καλούσε σε μετάνοια. Όμως η εκκλησιαστική εξουσία της πόλης σταμάτησε τη δράση του μεγάλου Ιεροκήρυκα, που σφράγισε τη ζωή του με μαρτυρικό θάνατο στην πυρά. Η καταδίκη του αγαπημένου του Σαβοναρόλα του δημιούργησε απογοήτευση για την τακτική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας απέναντι στην ελευθερία της θεολογικής σκέψης.
Έτσι μετά από μικρή παραμονή στο μοναστήρι του Αγίου Μάρκου στη Φλωρεντία, ο Μιχαήλ έρχεται στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου και γίνεται ένας ταπεινός Αγιορείτης, σε εποχή που το Άγιο Όρος γνώριζε μέρες δύσκολες και κρίση πνευματική και υλική.

Στο Άγιο Όρος
 
Όταν ο Μιχαήλ Τριβώλης έγινε ο μοναχός Μάξιμος στη μονή Βατοπεδίου, διήνυε το 35ο έτος της ηλικίας του. Εκεί σαν απλός μοναχός επιδόθηκε στη μελέτη χριστιανών συγγραφέων στην πλούσια βιβλιοθήκη της Μονής. Η μελέτη που έκανε ήταν συστηματική και βαθιά. Στα Ρωσικά αρχεία σώζονται επιστολές από το Άγιο Όρος για το Μάξιμο, στις οποίες εξαίρονται οι βαθιές του αγιογραφικές γνώσεις και η ευρύτατη εκκλησιαστική και εξ «ελληνικών βιβλίων» πολυμάθειά του.
Στο Άγιο Όρος αφήνεται να πλαστεί ταπεινά από την μακρά ορθόδοξη μοναχική πατερική παράδοση, αποβάλλοντας τις στείρες ουμανιστικές επιδράσεις που είχε δεχτεί στη Δύση.
 
 
Για τις ασχολίες του στο Όρος και την όλη του δραστηριότητα έχουμε πολύ λίγες πληροφορίες. Έτσι μαθαίνουμε ότι σύμφωνα με τις τότε συνήθειες της μονής στελνόταν και αυτός έξω από το Άγιο Όρος προς λογίαν υπέρ της Μονής. Κατά τις αποδημίες του αυτές δίδασκε και μιλούσε με παρρησία και ευθύτητα, χωρίς να υπολογίζει κανένα κίνδυνο. Ο Μάξιμος περιοδεύοντας στη Μακεδονία και στα βενετοκρατούμενα ελληνικά νησιά στήριζε τους ορθοδόξους στην πίστη προφυλάσσοντάς τους από τη λατινική προπαγάνδα.
Όπως ο ίδιος αναφέρει, στο Άγιο Όρος παρέμεινε δέκα χρόνια «ἐργασθεῖς σωματικῶς καὶ πνευματικῶς». Η βαθιά του ταπείνωση και ο σεβασμός του προς τους πατέρες, οι ορθές περί ασκήσεως και μοναχισμού απόψεις του, η δογματική του ευαισθησία, η ευλάβειά του προς την Παναγία, η αγάπη του προς τα τυπικά του Αγίου Όρους, και η αντίθεσή του προς τον Δυτικό Ουμανισμό, συνθέτουν τα στοιχεία της γνήσιας ενσωματώσεώς του στην αγιορείτικη παράδοση. Την περίοδο αυτή συνθέτει τον περίφημο παρακλητικό κανόνα στον Τίμιο Πρόδρομο καθώς και άλλες ακολουθίες και συναξάρια.
 
Το ήθος και η μόρφωσή του τον είχαν κάνει πολύ γνωστό στο Άγιον Όρος. Αυτό ακριβώς το κύρος που είχε αποκτήσει αποτέλεσε και την αιτία της αποστολής του στη Ρωσία.
Το 1515 ο μέγας ηγεμόνας της Μόσχας Βασίλειος Ιβάνοβιτς, γιος της Σοφίας της Παλαιολογίνας, απηύθυνε παράκληση προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Πρώτο του Αγίου Όρους, ζητώντας για ένα διάστημα στη Ρωσία το λόγιο Βατοπαιδινό μοναχό Σάββα. Σ΄αυτόν θ΄ανέθετε την εκ νέου μετάφραση των λειτουργικών βιβλίων, της Αγίας Γραφής και των βιβλίων των αγίων πατέρων, από τα ελληνικά στα ρωσικά, διορθώνοντας έτσι και σοβαρές αλλοιώσεις που είχαν υποστεί με το χρόνο από την απειρία και την ολιγογραμματοσύνη των μεταφραστών και των αντιγραφέων.
 
Ο μοναχός Σάββας όμως ήταν γέρος και άρρωστος και έτσι στη θέση του επιλέχθηκε ο Μάξιμος «ὡς ἔμπειρος στὶς Θεῖες Γραφὲς καὶ ἐπιδέξιος στὴν ἑρμηνεία τῶν ὁποιωνδήποτε ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων».
 
Ο Μάξιμος στη Ρωσία
 
Με θερμές προσευχές και με την ευλογία των πατέρων του Αγίου Όρους ο Μάξιμος ξεκίνησε μαζί με τους απεσταλμένους για τη Ρωσία, παίρνοντας μαζί του τον ιερομόναχο Νεόφυτο και τον Λαυρέντιο οι οποίοι γνώριζαν τη ρωσική γλώσσα. Έφθασαν στη Μόσχα στις αρχές του 1518.
Ο ηγεμόνας Βασίλειος και ο Μητροπολίτης της Μόσχας Βαρλαάμ δέχτηκαν με μεγάλη τιμή τον Μάξιμο ο οποίος άρχισε να ασχολείται αμέσως με την πλούσια βιβλιοθήκη του μεγάλου ηγεμόνα ταξινομώντας τα ελληνικά χειρόγραφα. Παράλληλα άρχισε να μεταφράζει και να διορθώνει παλαιά και νέα έργα.
 
Το πρώτο σπουδαίο έργο για του οποίου την μετάφραση κάλεσε τον Μάξιμο ο μέγας ηγεμών ήταν το ψαλτήρι. Το βιβλίο αυτό των ψαλμών συμπεριλάμβανε και τα ερμηνευτικά σχόλια των Ελλήνων Πατέρων της ορθοδόξου Εκκλησίας και έτσι ενοποιημένο ήταν γνωστό στους Ρώσους ως «Ερμηνευτικός Ψαλτήρ». Το Ψαλτήριο με τη βαθιά του θεολογική σημασία, απολάμβανε μεγάλου σεβασμού από το Ρωσικό λαό και είχε ευρύτατη διάδοση σ΄όλα τα κοινωνικά στρώματα. Το κείμενο όμως είχε σκόπιμα νοθευτεί από αιρετικούς.
 
Ο Μάξιμος, επειδή είχε ανεπαρκή γνώση της ρωσικής γλώσσας, μετέφραζε από την ελληνική στη λατινική γλώσσα και οι βοηθοί του από την λατινική στη ρωσική.
Η όλη εργασία κράτησε 17 μήνες. Όταν τελείωσε, παρέδωσε το έργο του στον ηγεμόνα, ο οποίος διαβίβασε το χειρόγραφο στον Μητροπολίτη Βαρλαάμ προς έγκριση. Συγχρόνως παρακαλούσε να του επιτρέψει την επάνοδό του στον τόπο της μετανοίας του, το Άγιο Όρος.
Το θέλημα όμως του Θεού ήταν διαφορετικό. Οι ευρύτατες θεολογικές και φιλολογικές γνώσεις του είχαν ιδιαίτερα εκτιμηθεί στη Μόσχα και ο μέγας ηγεμόνας δεν ήταν διατεθειμένος να στερηθεί τις υπηρεσίες μιας σπάνιας, για τη Ρωσία της εποχής εκείνης, προσωπικότητας. Έτσι του αναθέτει νέες εργασίες και διορθώσεις. Μεταφράσεις στις Πράξεις των Αποστόλων, στους Αποστολικούς Κανόνες, στους Κανόνες των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, στις Ομιλίες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και σε πολλά λειτουργικά βιβλία.
 
Με την πάροδο του χρόνου εξοικειώθηκε με το περιβάλλον και δημιούργησε στενές σχέσεις και επαφές με τις πιο επιφανείς φυσιογνωμίες της ρωσικής πνευματικής κοινωνίας. Συγχρόνως όμως άρχιζε να δημιουργεί τους εχθρούς. Η παράταση της παραμονής του τον εγκλιμάτιζε όλο και περισσότερο στις ιδιαιτερότητες των προβλημάτων της ρωσικής εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής, με αποτέλεσμα να παίρνει θέση σ΄αυτά. Έλεγχε με τον προφορικό και γραπτό λόγο του τα κακώς κείμενα και καθοδηγούσε σε μια ανώτερη ζωή «ακτινοβολούσα το γνήσιο χριστιανικό πολιτισμό».
Την εποχή αυτή στην πνευματική ζωή της Ρωσίας επικρατούσαν δύο τάσεις σχετικά με τον μοναχισμό. Η μία υποστήριζε ότι τα μοναστήρια δικαιούνταν να έχουν μεγάλη έγγεια ιδιοκτησία που θα περιλάμβανε χωριά και δούλους χωρικούς. Η άλλη ακολουθούσε την ησυχαστική παράδοση του Αγίου Όρους, φρονώντας ότι οι μοναχοί δεν πρέπει να μπλέκονται σε μέριμνες βιοτικές και να αντιδικούν με τους χωρικούς για πράγματα υλικά.
 
Ο Μάξιμος χωρίς να ταχθεί με κανέναν‐ υποστήριζε τις σωστές απόψεις της Ορθοδοξίας για την περιουσία. Τόνιζε πως η Εκκλησία δικαιούται να έχει κτηματική περιουσία για τα απολύτως αναγκαία πράγματα και για τη διενέργεια αγαθοεργιών. Χτυπούσε όμως τον υπερβολικό πλούτο ο οποίος, έλεγε, διαφθείρει τον άνθρωπο και σκοτίζει το νου του.
 
Η καταδίκη και η φυλάκισή του
 
Με την άνοδο λοιπόν του Ηγουμένου της μονής Βολοκαλάμσκ Δανιήλ στον μητροπολιτικό θρόνο της Μόσχας τα πράγματα άλλαξαν για τον Μάξιμο Γραικό, όπως είχε γίνει πια γνωστός στη Ρωσία. Αφορμή για την σύγκρουση με την πολιτική και θρησκευτική ηγεσία δόθηκε όταν ο ηγεμόνας θέλησε να χωρίσει την ευσεβή σύζυγό του Σολομονή, επειδή δεν έκανε παιδιά για να αφήσει διάδοχο, και να παντρευτεί την Λιθουανή καθολική Ελένη. Ο Μάξιμος αντιτάχθηκε. Αυτή του η στάση προκάλεσε τη δυσμένεια του ηγεμόνα απέναντί του.
 
Έτσι μεταξύ του 152425 διατάχθηκε η σύλληψή του. Του επιφυλάχθηκε μια θεαματική δίκη, το Μάιο του 1525, στην οποία προήδρευσαν ο Μέγας Ηγεμόνας και ο Μητροπολίτης Δανιήλ, που εκτελούσε χρέη εισαγγελέα.
Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν χαλκευμένες και ψεύτικες. Τον κατηγόρησαν και του καταλόγισαν αίρεση, μαγεία, κατάκριση και συνωμοσία κατά του ηγεμόνα, κατασκοπεία υπέρ του Τούρκου σουλτάνου, κατάκριση για την αντικανονική διακοπή των σχέσεων της Ρωσικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατάκριση εναντίον των μοναστηριών και της Εκκλησίας για τις κτίσεις της σε γη και δούλους χωρικούς και άλλα διάφορα.
Έτσι τον καταδίκασαν σε εγκλεισμό στη μονή Βολοκαλάμσκ ως αιρετικό και ως αμετανόητο αμαρτωλό. Εκεί τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο σε απομόνωση και τον παρέδωσαν στην εκδίκηση των μοναχών που τόσο είχε ελέγξει. Το χειρότερο ήταν ότι του απαγόρευσαν τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή του στις ακολουθίες του Ναού.
 
Έξι χρόνια πέρασε ο όσιος Μάξιμος σ΄αυτή τη σκληρή σκλαβιά ανάμεσα σε εχθρικούς προς αυτόν μοναχούς σ΄ένα υγρό και στενό κελλί, όπου υπέμεινε την πείνα, το κρύο, τη δυσωδία, και την στέρηση ασχολίας. Επί πλέον του αφαίρεσαν τα βιβλία και του απαγόρευσαν να γράφει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν η θερμή και αδιάλειπτη προσευχή του.
Ο Κύριος όμως δεν τον εγκατέλειψε. Παρουσιάστηκε σ΄αυτόν άγγελος Κυρίου στη φυλακή ο οποίος τον στερέωσε στην υπομονή λέγοντάς του: «Υπομονή, γέροντα. Μ΄αυτά τα πρόσκαιρα βάσανα θα λυτρωθείς από τα αιώνια». Παρηγορημένος απ΄αυτή την ουράνια επίσκεψη ο Μάξιμος ευχαριστούσε από τα βάθη της καρδιάς του τον Κύριο και εξύμνησε το παράκλητο Άγιο Πνεύμα μ΄ένα Κανόνα τον οποίο βρήκαν γραμμένο με κάρβουνα στον τοίχο του κελλιού του. Αρχίζει με τις λέξεις: «ὁ μάννα τὸν Ἰσραὴλ πάλαι ἐν ἐρήμῳ θρέψας…».
 
Το έτος 1531 η δίκη του επαναλήφθηκε με τις παλιές και νέες κατηγορίες, και με νέα ισόβια αυτή τη φορά κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλεως Τβέρης. Εκεί η θέση του καλυτέρευσε. Μπήκε κάτω από την προστασία του επισκόπου Τβέρης Ακακίου, ο οποίος, αν και ανήκε στο κλίμα του Δανιήλ, ήταν άνθρωπος ήρεμος και καλοκάγαθος και περιέβαλε το Μάξιμο με αγάπη. Του έδωσε την άδεια να γράφει και να διαβάζει βιβλία.
Ο Μάξιμος παρέμεινε φυλακισμένος για 23 ολόκληρα χρόνια. Η εκδικητικότητα των κρατούντων δεν κάμφθηκε με τίποτε.
Μάταια απευθύνθηκε σ΄αυτούς με σπαρακτικά λόγια ζητώντας την απελευθέρωσή του. Μόνο με την αλλαγή του Μητροπολίτη Δανιήλ το 1539 (τη θέση πήρε ο ενάρετος Ιωάσαφ, ηγούμενος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου) του επιτράπηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων και η παρακολούθηση των ακολουθιών στην εκκλησία.
Η κατακράτηση και η φυλάκιση του Μαξίμου στη Ρωσία απασχόλησαν πολλές φορές τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας, που με επιστολές τους παρακαλούσαν τον Μέγα Ηγεμόνα για την επελευθέρωσή του. Αλλά οι παρεμβάσεις τους δεν είχαν αποτέλεσμα.
 
Η δικαίωσή του
 
Μόλις το 1548 ο Άγιος Μάξιμος απελευθερώνεται και έρχεται να ζήσει στη μονή Αγίας Τριάδος έξω από την Μόσχα, στο σημερινό Ζαγκόρσκ, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος μοναχός Σέργιος. Ήταν αποκαμωμένος από το βάρος των δεσμών και τη ζοφερή φυλακή, από τις εσωτερικές και εξωτερικές θλίψεις και τα βάσανα. Έτσι έμεινε στη Ρωσία και αναπαύθηκε στα 1560, στις 21 Ιανουαρίου, σε ηλικία 90 χρόνων, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο που είναι γραμμένο κυρίως στα ρωσικά, με εξαίρεση ένα μικρό αριθμό κειμένων που διασώθηκαν στα ελληνικά.
 
Μετά το θάνατό του η ρωσική συνείδηση αφυπνίστηκε και αντιλήφθηκε τη μέγιστη αδικία απέναντι στον πολύτιμο αυτό άνδρα. Ο Μάξιμος υπήρξε ο πρώτος στη Ρωσία μαρτυρήσας υπέρ της ορθοδόξου πίστεως και ζωής και σαν μάρτυρας και άγιος υψώθηκε στη συνείδηση του ρωσικού λαού. Ήδη από τα μέσα του ιστ΄ αιώνα άρχισαν να συντάσσονται βίοι του οσίου Μαξίμου του Γραικού και διηγήσεις για τα θαύματά του. Στο τέλος του ιζ΄αιώνα το όνομά του αναγράφεται στα αγιολόγια των ετησίων ρωσικών ημερολογίων, αγιογραφούνται οι πρώτες εικόνες του, και γράφονται τροπάρια προς τιμήν του.
 
Στον τάφο του στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ζαγκόρσκ ο Μόσχας Πλάτων (1812) ανήγειρε παρεκκλήσιο, το οποίο το 1833 συμπλήρωσε ο ηγούμενος της Λαύρας Αρχιμ. Αντώνιος.
Κατά το έτος 1988 ο Μάξιμος ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος από τη Ρωσική Εκκλησία και συναριθμήθηκε στο χορό των οσίων και μαρτύρων της.
Τον Ιούλιο του 1996 έγινε με ευλάβεια και λαμπρότητα η ανακομιδή του ιερού Λειψάνου του Οσίου Μαξίμου του Γραικού.
Στις 21 Ιουλίου 1997 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Άρτης κ.κ.Ιγνάτιος Δ΄ παρέλαβε από τον Πατριάρχη Μόσχας κ.κ.Αλέξιο τεμάχιο ιερού Λειψάνου του Οσίου Μαξίμου, το οποίο υποδέχτηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα ο λαός της ιδιαιτέρας του πατρίδας της Άρτας στις 11 Οκτωβρίου 1997.
 
Η ανέγερση Ιερού Ναού
 
Ήταν καιρός πλέον η Άρτα να τιμήσει τον μεγάλο Άγιο της Εκκλησίας μας, το βλάστημα και καύχημά της, τον ένδοξο αγωνιστή της Ορθοδοξίας και γενναίο αθλητή της πίστεως. Τον Μάιο του 2006 άρχισαν οι εργασίες για την ανέγερση μεγαλοπρεπούς Ιερού Ναού, στην περιοχή του Τριγώνου της πόλεως, με την τοποθέτηση του θεμελίου λίθου από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Άρτης κ.Ιγνάτιο Δ΄.
Το έργο είναι μεγάλο και πολυδιάστατο. Πιστεύουμε όμως, ότι σύντομα με τις πρεσβείες του Αγίου και τη γενναιοδωρία του ευσεβούς λαού και των αρχόντων της πόλεώς μας θα ολοκληρωθεί.
 
 
(Πηγή : ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΡΤΗΣ
Αποσπάσματα από τον βίο του αγίου όπως αυτός αναγράφεται στον δικτυακό τόπο : http://www.imartis.gr)

 

Your rating: None Average: 1 (1 vote)